Βαρηκοΐα: Πώς προκαλείται και ποιές είναι οι επιπτώσεις της στη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού; (Μέρος 2ο)

Κατηγορία: Ειδική αγωγή & ΛογοθεραπείαΔημοσιεύθηκε στις

Οι επιπτώσεις της βαρηκοΐας στη γλωσσική ανάπτυξη

Η ικανότητα να εντοπίζουμε ήχους και να τους προσδίδουμε νόημα είναι πρωταρχικής σημασίας, καθώς αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη της ομιλίας, της γλώσσας και της επικοινωνίας του παιδιού. Από πολύ μικρή ηλικία το παιδί αντιλαμβάνεται τα ακουστικά ερεθίσματα από το περιβάλλον γύρω του και σταδιακά καταφέρνει να αναγνωρίζει τους ήχους και να τους χρησιμοποιεί ώστε να παράγει και το ίδιο προφορικό λόγο.

Όταν όμως η βαρηκοΐα εκδηλώνεται στην παιδική ηλικία προκαλεί καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου και στην εκμάθηση της γλώσσας εάν δεν εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί εγκαίρως. Είναι δεδομένο ότι τα παιδιά που παρουσιάζουν μείωση της ακουστικής τους ικανότητας βρίσκονται σε μειονεκτική θέση ως προς την ανάπτυξη των γλωσσικών δεξιοτήτων. Ανάλογα με το είδος και τον βαθμό της ακουστικής δυσκολίας, οι ακουστικές πληροφορίες μπορεί να προσλαμβάνονται παραποιημένες ή μη ευδιάκριτες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται η ικανότητα του παιδιού να εντοπίζει συγκεκριμένους γλωσσικούς ήχους και να τους χρησιμοποιεί στην ομιλία του. Στα φωνήεντα υπάρχει μεγάλη ακουστική ενεργεία, ενώ μικρότερη υπάρχει στα ηχηρά σύμφωνα και ακόμη μικρότερη στα άηχα σύμφωνα. Η ενέργεια του κάθε στοιχείου βρίσκεται συγκεντρωμένη σε διαφορετική συχνότητα. Επομένως, ανάλογα με τον βαθμό ελλείμματος ακοής και τις συχνότητες που βρίσκεται, θα υπάρξει και ανάλογη απώλεια των ακουστικών στοιχείων. Για παράδειγμα, ο ήχος /s/ μπορεί να μην γίνεται αντιληπτός όταν υπάρχει απώλεια των μεσαίων και υψηλών συχνοτήτων ακοής στις οποίες εντάσσεται.

Είναι επίσης συχνό φαινόμενο ένα βαρήκοο παιδί να θεωρείται ανυπάκουο, καθώς δεν ακολουθεί τις εντολές παρά μόνο μετά από πολλές επαναλήψεις, εφόσον δεν είναι σε θέση να τις ακούει. Ειδικά όταν η βαρηκοΐα αναπτύσσεται σταδιακά, αργεί να γίνει αντιληπτή. Μπορεί να περάσουν χρόνια μέχρι να εντοπιστεί το πρόβλημα και συνήθως το αντιλαμβάνονται νωρίτερα οι οικείοι του ασθενούς και όχι ο ίδιος.

Η αποκατάσταση της βαρηκοΐας

Το επόμενο σημαντικό βήμα μετά τη διάγνωση της βαρηκοΐας είναι η αντιμετώπισή της με τελικό στόχο την καλύτερη ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων, των γνώσεων και της κοινωνικής ένταξης του βαρήκοου παιδιού.

Εάν η βαρηκοΐα είναι μικρού, μετρίου ή και μεγάλου βαθμού και οφείλεται σε βλάβη του κοχλία και γενικά του ακουστικού νεύρου τότε η χρήση ακουστικών βαρηκοΐας έχει βοηθητικό ρόλο στην ανάπτυξη της ομιλίας του παιδιού. Σε περιπτώσεις που υπάρχει πρακτική κώφωση επιχειρείται η τοποθέτηση κοχλιακού εμφυτεύματος ώστε τα ανωτέρα ακουστικά κέντρα να τροφοδοτούνται έγκαιρα με τα απαραίτητα ηχητικά ερεθίσματα. Με τον τρόπο αυτό το παιδί αναπτύσσεται και σταδιακά μαθαίνει την ομιλία.

Παρά τη σημαντική ενίσχυση της ακοής με τη χρήση τεχνολογικών βοηθημάτων ενδέχεται και μετά τη χρήση τους να επιμένουν οι δυσκολίες διαφοροποίησης ορισμένων γλωσσικών ήχων, καθώς αυτά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως τον ανθρώπινο μηχανισμό ακοής.

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή

Ο λογοθεραπευτής κατέχει σημαντικό ρόλο στο πρόγραμμα αποκατάστασης του παιδιού μετά την τοποθέτηση ακουστικού βαρηκοΐας ή κοχλιακού εμφυτεύματος. Στις αρμοδιότητές του περιλαμβάνεται η σωστή εκμάθηση των φωνηέντων και των συμφώνων της γλώσσας, αλλά και η ακουστική διάκριση δύο φωνημάτων που μπορεί να μπερδεύει το παιδί. Ιδιαίτερα η ακουστική διάκριση είναι το πρώτο βήμα για την κατάκτηση της ικανότητας να διαφοροποιεί ένα γλωσσικό ήχο από κάποιον άλλο και της ανάπτυξης του φωνολογικού συστήματος.

Παράλληλα με το πρόγραμμα λογοθεραπευτικής παρέμβασης που παρακολουθεί το παιδί για την αντιμετώπιση των γλωσσικών δυσκολιών που σχετίζονται με την ακουστική πρόσληψη, ο ρόλος και η συμμετοχή των γονιών είναι επίσης σημαντικοί παράγοντες. Μέσα από καθημερινές δραστηριότητες και από το παιχνίδι το παιδί μπορεί να αναπτύξει ή να βελτιώσει τις ακουστικές δεξιότητες που είναι απαραίτητες για τη γλωσσική ανάπτυξη.

Επιπτώσεις στο παιδί και στην οικογένεια

Το παιδί με βαρηκοΐα μπορεί να βιώνει έντονα την κοινωνική απομόνωση, να έχει αρνητική εικόνα για τον εαυτό του και να θεωρεί ότι είναι λιγότερο ικανό από τους συνομηλίκους του όταν αντιλαμβάνεται ότι είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα παιδιά λόγω της δυσκολίας που αντιμετωπίζει. Συχνά επιλέγει να απομονώνεται καθώς μπορεί να δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με τα υπόλοιπα παιδιά. Μπορεί επίσης να έχει την εικόνα του «ντροπαλού παιδιού», η οποία στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του να επικοινωνήσει επαρκώς. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό να παρέχεται στο παιδί εκτός από το πρόγραμμα αποκατάστασης και ψυχολογική υποστήριξη για να μπορέσει να διαχειριστεί τη δυσκολία του αλλά και για να μπορέσει να βελτιώσει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του.

Εκτός από το ίδιο το παιδί, είναι σημαντικό να προσαρμοστούν στη δυσκολία και τα μέλη της οικογένειάς του. Το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού επηρεάζεται αρνητικά από τη διάγνωση της βαρηκοΐας. Πολύ συχνά οι γονείς αρνούνται να αποδεχτούν τη δυσκολία του παιδιού τους και θεωρούν τους εαυτούς τους υπαίτιους για την κατάσταση που βιώνει. Επίσης, συχνά όλη η οικογένεια επιλέγει να απομονώνεται κοινωνικά καθώς η συναναστροφή με άλλα άτομα τους προκαλεί αυξημένο άγχος και στρες. Συνεπώς, η ψυχολογική στήριξη και η συμβουλευτική είναι απαραίτητες για το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού με βαρηκοΐα.

Σοφία Μαυρέα, Λογοθεραπεύτρια MSc

Διαβάστε το πρώτο μέρος του άρθρο εδώ:

Βαρηκοΐα: Πώς προκαλείται και ποιες είναι οι επιπτώσεις της στη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού; (Μέρος 1ο)