ΔΕΠ-Υ: Πότε, πώς, τι και γιατί (α' μέρος)

Κατηγορία: Ειδική αγωγή - ΛογοθεραπείαΔημοσιεύθηκε στις

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής ή/και Υπερικινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) αποτελεί στις μέρες μας μια πολύ συχνή διάγνωση και ταυτόχρονα έναν γρίφο για την επιστημονική κοινότητα. Ως ΔΕΠ-Υ (στα αγγλικά: Attention Deficit Hyperactivity Disorder – A.D.H.D.) ορίζεται η αναντίστοιχη για την ηλικία ενός παιδιού υπερκινητικότητα, απροσεξία και παρορμητικότητα. Εντάσσεται στην κατηγορία των λεγόμενων νευροαναπτυξιακών διαταραχών και μαζί με την Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος συνιστούν τις πιο συχνές διαγνώσεις. Η ΔΕΠ-Υ δεν αφορά μόνο τα παιδιά αλλά μπορεί να διαγνωστεί και σε έφηβους ή ενήλικες, ενώ ταυτόχρονα παραμένει μια κατάσταση ενεργή δια βίου. Κατά την ενηλικίωση, ωστόσο, τα συμπτώματα υποχωρούν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Οι πρώτες ενδείξεις είθισται να διαπιστώνονται κατά την σχολική ηλικία, καθώς εκεί οι απαιτήσεις αυξάνονται και οι κανόνες συνύπαρξης είναι πολύ πιο δεσμευτικοί και συγκεκριμένοι, με αποτέλεσμα τη μειωμένη απόδοση στις κλασσικές μεθόδους σχολικής εκπαίδευσης. Ως αποτέλεσμα, τα παιδιά με αυτή τη διαταραχή εκδηλώνουν συμπεριφορές που δεν αντιστοιχούν στην αναπτυξιακή τους φάση.

Συνοπτικά και σύμφωνα με το διαγνωστικό εγχειρίδιο DSM – 5 της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Ένωσης, τα συμπτώματα είναι πολλά και ποικίλουν ανά ηλικιακή κατηγορία. Σε γενικές γραμμές επιμερίζονται σε τρεις βασικούς άξονες πρωτογενών συμπτωμάτων, οι οποίοι είναι οι εξής: 1) Δυσκολία παρατεταμένης συγκέντρωσης (απροσεξία), 2) αυξημένη κινητική δραστηριότητα και απώλεια χειρισμού λεπτών κινήσεων (υπερκινητικότητα) και 3) ελλειμματική ικανότητα στην αναστολή των αυθόρμητων – αντιδραστικών κινήσεων (παρορμητικότητα). Σε αυτούς τους τρεις άξονες, υπάρχουν συγκεκριμένες συμπεριφορικές ενδείξεις, οι οποίες βοηθούν τους παιδοψυχιάτρους και τις επιστημονικές και θεραπευτικές ομάδες να καταλήξουν στη διάγνωση ή μη της ΔΕΠ-Υ. Η ΔΕΠ-Υ δεν σχετίζεται ευθέως με κάποια νοητική δυσλειτουργία και δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο τεστ ή κάποια δοκιμασία που να οδηγεί σε διάγνωση. Λόγω δε του φαινομένου της υπερδιάγνωσης, η διαδικασία για να διαπιστωθεί αν κάποιο παιδί έχει ΔΕΠ-Υ απαιτεί πολλές συνεδρίες και κλινική συνεκτίμηση. Τέλος, η ένταση και η σοβαρότητα των συμπτωμάτων ποικίλλουν ανά ηλικιακή κατηγορία και ανά παιδί, καθιστώντας την διαταραχή ετερογενή και πολύπλοκη.

Απροσεξία

Με τον όρο απροσεξία εννοείται η απόσπαση της συγκέντρωσης είτε από εξωτερικά ερεθίσματα είτε από εσωτερικές σκέψεις. Σχετικά με αυτόν τον άξονα έχει διαπιστωθεί πως αρκετά παιδιά διατηρούν την συγκέντρωσή τους σε κάποιο έργο και μειώνεται η απόσπαση όταν υπάρχει υψηλό κίνητρο εκτέλεσης ή ελκυστική ανταμοιβή. Ωστόσο, η προσπάθεια που καταβάλει το παιδί ώστε να αποδώσει είναι πραγματικά πολύ μεγάλη. Ταυτόχρονα, όσο πιο ελκυστικό είναι ένα εξωτερικό ερέθισμα τόσο πιο εύκολα αποσπάται η προσοχή, με αποτέλεσμα να εκφράζεται η πεποίθηση πως το ζήτημα της απροσεξίας σχετίζεται με τη μειωμένη ικανότητα αυτοπαρατήρησης και αυτοελέγχου, γνωστικές διεργασίες που υπό κανονικές συνθήκες συνδράμουν στην διατήρηση της συγκέντρωσης. Συνήθως, τα παιδιά με απροσεξία δεν έχουν υπομονή και επιμονή και εγκαταλείπουν συχνά την προσπάθεια, όταν αυτή σχετίζεται με έργο διαρκείας, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται ότι δεν μπορούν να επενδύσουν συναισθηματικά σε αυτό το έργο. Τα παιδιά, στα οποία τα συμπτώματα της απροσεξίας προεξάρχουν έναντι των άλλων εντάσσονται στην κατηγορία Απρόσεχτου (Αφηρημένου) Τύπου της ΔΕΠ-Υ.

Υπερκινητικότητα 

Ο άξονας αυτός εμπεριέχει τα πιο εμφανή εξωτερικά συμπτώματα. Διαπιστώνονται έντονες περιστροφικές κινήσεις στην καρέκλα όταν κάθονται, ενώ σε γενικό πλαίσιο, παρατηρείται έντονη κίνηση των άκρων, με συχνή την αδυναμία να κάνουν λεπτές κινήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, στην υπερκινητικότητα μπορεί να ενταχθεί και η ακατάσχετη – αδιάκοπη λογόρροια (φλυαρία). Βασικό στοιχείο είναι ότι η υπερκινητικότητα αυτή εκδηλώνεται σε χώρους που δεν επιτρέπεται ή δεν αντιστοιχεί. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τα παιδιά με υπερκινητικότητα αδυνατούν πραγματικά να σταθμίσουν ή να περιορίσουν την υπέρμετρη κινητική τους δραστηριότητα και πολλές φορές φτάνουν σε σημεία επικίνδυνων ή παράτολμων συμπεριφορών, με αποτέλεσμα, μάλιστα, κάποιες φορές να τραυματίζονται. Η υπερκινητικότητα προκαλεί μεν αναστάτωση στο ίδιο το παιδί και στους γύρω του αλλά δεν επηρεάζει δραστικά τη λειτουργικότητά του. Τα συμπτώματα της υπερκινητικότητας υποχωρούν σταδιακά από την εφηβεία και έπειτα.

Παρορμητικότητα

Η μειωμένη ικανότητα του ατόμου να αναστείλει την αντιδραστική και αυθόρμητη συμπεριφορά του απέναντι σε ένα ερέθισμα ονομάζεται παρορμητικότητα. Η παρορμητικότητα είναι χαρακτηριστικό, το οποίο δυσχεραίνει τη λειτουργικότητα του παιδιού, καθώς το παιδί αντιδρά χωρίς τη δυνατότητα να υπολογίσει ούτε το πλαίσιο ούτε τις συνθήκες ούτε τις συνέπειες της αντίδρασής του. Τα παιδιά αυτά δε διαθέτουν υπομονή, με χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι, όταν τους γίνονται ερωτήσεις, απαντούν πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση, με αποτέλεσμα να δίνουν μισές ή άκυρες απαντήσεις. Να τονιστεί ότι δεν πρέπει να υπάρξει σύγχυση μεταξύ γνώσης και συμπεριφοράς. Τα παιδιά αυτά μπορεί να έχουν γνώσεις αλλά δεν αντέχουν να περιμένουν και λειτουργούν αυθόρμητα. Η παρορμητικότητα είναι επίσης ένας άξονας με εμφανή συμπτώματα, τα οποία επηρεάζουν τις κοινωνικές σχέσεις του παιδιού και η ματαίωση που μπορεί να προκύψει, προκαλεί φαύλο κύκλο απογοήτευσης. Η τιμωρητική αντιμετώπιση των παρορμητικών συμπεριφορών μπορεί να ωθήσει λόγω θυμού ή ματαίωσης σε αντιδραστικές ή/και παραβατικές συμπεριφορές. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα παιδιά αυτά αντιμετωπίζουν δυσκολία διαχείρισης του συναισθήματός τους. Όταν συμπτώματα της υπερκινητικότητας και της παρορμητικότητας προεξάρχουν έναντι της απροσεξίας, τότε τα παιδιά στη διάγνωση εντάσσονται στον Υπερκινητικό/Παρορμητικό Τύπο ΔΕΠ-Υ. Τέλος, υπάρχει και ο Συνδυασμένος Τύπος ΔΕΠ-Υ, όπου τα παιδιά εκδηλώνουν συμπεριφορές με πρωτογενή τρόπο που κατανέμονται και στους τρεις άξονες που μόλις αναλύθηκαν.

Παιδί ζωηρό vs παιδί με ΔΕΠ-Υ

Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει μια σοβαρή αποσαφήνιση, η οποία φαίνεται να απασχολεί γονείς, παιδαγωγούς ακόμα και ειδικούς. Συγχέεται συχνά η ζωηρότητα ενός παιδιού με τη ΔΕΠ-Υ και αντίστροφα πολλές φορές παιδιά με ΔΕΠ-Υ θεωρούνται άτακτα, ζωηρά ή/και χωρίς όρια. Πράγματι, τα παιδιά είναι (και φυσικά είναι καλό να είναι) ζωηρά. Ωστόσο, πότε η ζωηρότητα είναι στοιχείο παιδικής ηλικίας και πότε μπορεί να θέσει υποψία για κάτι που την υπερβαίνει; Η αυξημένη κινητικότητα, η απροσεξία, η παρορμητική συμπεριφορά και η περιορισμένη συγκέντρωση είναι καλό να διερευνώνται σε σχέση και με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνονται. Όταν, δηλαδή, παρατηρηθεί ότι ένα παιδί εκδηλώνει κάποια τέτοια συμπεριφορά επαναλαμβανόμενα σε περιβάλλοντα που δεν το δικαιολογούν οι περιστάσεις, μπορεί να γίνει εφαλτήριο για περαιτέρω παρατήρηση του παιδιού. Ακόμη, η μη συμμόρφωση από κάποια απειλή τιμωρίας ή τιμωρία είναι επίσης δείγμα σοβαρό που χρήζει προσοχής. Ταυτόχρονα, όταν είναι καθιστό και σε ώρες που δεν συντρέχει κάποιος λόγος, το παιδί κινείται έντονα στην καρέκλα και κατ’ επανάληψη μπορεί να υπάρχει μια πρώτη ένδειξη για διερεύνηση πιθανότητας ΔΕΠ-Υ. Μάλιστα, πολλά παιδιά με ΔΕΠ-Υ μπορεί να συμμορφωθούν σε κάποια παρατήρηση για διακοπή της κίνησης λόγω υψηλού κινήτρου, όμως επειδή καταβάλλουν κυριολεκτικά υπερπροσπάθεια να μην κινηθούν έντονα, μετά από λίγο εκδηλώνουν υπέρμετρη διέγερση. Επίσης, τα συμπτώματα της διαταραχής μπορεί να είναι παρόντα ακόμα και στον ύπνο με τη μορφή αϋπνίας, μειωμένης διάρκειας ύπνου και συχνής αφύπνισης. Τέλος, η χρήση της γλώσσας και της εκφοράς λόγου είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο διάκρισης μεταξύ ζωηρού παιδιού και παιδιού με ΔΕΠ-Υ, αφού το ζωηρό παιδί αναπτύσσει και χειρίζεται το λόγο, ενώ ένα παιδί με πιθανή ΔΕΠ-Υ παρουσιάζει δυσκολία ως προς αυτή τη δεξιότητα. Επομένως, τα όρια μεταξύ ζωηράδας και ΔΕΠ-Υ είναι λεπτά, ωστόσο υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις που ευνοούν τη διάκρισή τους.

Διαβάστε το δεύτερο μέρος του άρθρου εδώ:

ΔΕΠ-Υ: Πότε, πώς, τι και γιατί (β' μέρος)