Διεκδικητική Συμπεριφορά

Κατηγορία: Ψυχολογία ενηλίκωνΔημοσιεύθηκε στις

Το σημερινό άρθρο αποφάσισα να το αφιερώσω στην διεκδικητικότητα. Πρόκειται για ένα θέμα που συχνά προκύπτει στις θεραπευτικές συνεδρίες. Μερικές φορές είναι το κύριο και πρωταρχικό αίτημα, ενώ άλλες αναδύεται σταδιακά. Όπως και να έχει, συνδέεται με καθημερινές λειτουργίες και συναισθηματικές αντιδράσεις στις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Τύποι Συμπεριφοράς 

Υπάρχουν τρία είδη συμπεριφοράς, η παθητική, η επιθετική και η διεκδικητική. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η επιθετική και παθητική συμπεριφορά βρίσκονται στα άκρα ενός συνεχούς, ενώ η διεκδικητικότητα εντοπίζεται στο μέσο αυτής της γραμμής. Κάθε τύπος συμπεριφοράς και επικοινωνίας οδηγεί σε ένα πλήθος συναισθημάτων. Ο διεκδικητικός άνθρωπος τείνει να έχει υψηλότερα επίπεδα αυτοπεποίθησης και θετικότερα συναισθήματα.

Διεκδικητική Συμπεριφορά

Διεκδίκηση σημαίνει να αφουγκράζομαι τις ανάγκες μου, να τις επικοινωνώ και να επιδιώκω την ικανοποίησή τους με σεβασμό απέναντι στους άλλους. Εκφράζω τις σκέψεις μου και τα συναισθήματα μου με έναν ευθύ, άμεσο και ειλικρινή τρόπο. Η διεκδίκηση βοηθά στην έκφραση τόσο θετικών όσο και αρνητικών συναισθημάτων, στην θέσπιση και προάσπιση των προσωπικών ορίων, στην λήψη αποφάσεων και πρωτοβουλιών (Καλπάκογλου, 1996). Αυτό επιτυγχάνεται λεκτικά και εξωλεκτικά, ενώ σημαντική κρίνεται η κλιμάκωση της διεκδίκησης, ανάλογα την αντίδραση του περιβάλλοντος (Τσίτσας, 2009). 

Παθητική Συμπεριφορά

Η παθητική συμπεριφορά περιλαμβάνει την τάση του ατόμου να αποδέχεται την κατάσταση, γνώμη ή απόφαση κάποιου άλλου, αποκρύπτωντας την δική του οπτική. Το άτομο που χαρακτηρίζεται από τον συγκεκριμένο τύπο συμπεριφοράς αποφεύγει να επικοινωνήσει τις πραγματικές του ανάγκες και επιτρέπει στην άλλη πλευρά να τον εκμεταλλευτεί. Θέτει ως πιο σημαντική την θέση του άλλου και υποβαθμίζει την δική του, με σκοπό να αποφύγει οποιαδήποτε ένταση (Τσίτσας, 2009).

Επιθετική Συμπεριφορά

Διακρίνεται η έμμεση και άμεση επιθετική συμπεριφορά. Η έμμεση επιθετική συμπεριφορά, ή αλλιώς η παθητική επιθετικότητα υπολείπεται μίας σαφούς και ευθείας έκφρασης (Τσίτσας, 2009). Αντιθέτως, ως άμεση επιθετική συμπεριφορά νοείται η απόλυτη διασφάλιση των δικαιωμάτων του ατόμου μέσω της καταπάτηση των δικαιωμάτων του άλλου (Καραδήμας, Ε.). Με άλλα λόγια το άτομο απαιτεί και εκφράζεται με έναν εχθρικό και κυριαρχικό τρόπο. Υπάρχει έλλειψη σεβασμού και εκτίμησης. Εντοπίζεται λεκτική απειλή, πιθανή μελλοντική τιμωρία. Η εκδήλωση τέτοιας συμπεριφοράς θέτει σε κίνδυνο την σχέση (Τσίτσας, 2009). 

Μηχανισμός πίσω από την έλλειψη διεκδικητικότητας

Οι άνθρωποι ως μέλη ενός συστήματος/μίας ομάδας χρειάζονται την αποδοχή και εκτίμηση, αποφεύγουν τις διαφωνίες και την απογοήτευση των σημαντικών άλλων. Ωστόσο, αυτό μπορεί να γίνει δυσλειτουργικό όταν ο φόβος δυσαρέστισης των άλλων υπερκαλύπτει και «φιμώνει» την προσωπική ανάγκη που θα οδηγούσε σε έκφραση και διαφοροποίηση (Ευσταθίου και συν., 2020). Έτσι, υιοθετείται ένα μοτίβο συνεχούς προσπάθειας ικανοποίησης των άλλων, προκειμένου να αποφευχθεί η απειλή του ανήκειν. Παράλληλα, εντοπίζονται γνωσιακές διαστρεβλώσεις. Η σκέψη του μη διεκδικητικού ατόμου χαρακτηρίζεται από τον καταστροφισμό, δηλαδή την πεποίθηση πως εάν διεκδικήσει θα επέλθει μια φοβερή συνέπεια. Επιπλέον, υπάρχει η αρνητική ετικετοποίηση, με άλλα λόγια το άτομο ανησυχεί πως θα θεωρηθεί εγωιστής. Προσπαθώντας να αποφύγει την εκτιμώμενη απειλή θέτει αυστηρές και άκαμπτες προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα επιδιώξει την διεκδίκηση. Μαζί με τον φόβο συναντάμε το συναισθήμα του θυμού, ενοχές, απογοήτευση. Καθώς αυτό επαναλαμβάνεται, αρχίζει να συντηρείται μια παθητική συμπεριφορά που φαίνεται δύσκολο να «σπάσει». Ουσιαστικά το άτομο καλείται να «ξεμάθει» μια συμπεριφορά, ώστε να μάθει μια νέα, περισσότερο λειτουργική συμπεριφορά. Προκειμένου να αλλάξουμε, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως πρόκειται για μια διαρκή διαδικασία. Χρειάζεται να προσπαθούμε καθημερινά, θέτοντας μικρούς και ρεαλιστικούς στόχους ξεκινώντας από τις καταστάσεις που νιώθουμε λιγότερο απειλητικές. Σκοπός της διεκδίκησης είναι η έκφραση κι όχι η επιβολή του εαυτού μας (Καλπάκογλου, 1996).

 

Πηγές: