Το σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης

Κατηγορία: Ψυχολογία ενηλίκωνΔημοσιεύθηκε στις

Ο όρος «επαγγελματική εξουθένωση» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1974 από τον Freudenberger, με σκοπό την περιγραφή των συμπτωμάτων σωματικής και ψυχικής εξουθένωσης σε επαγγελματίες υπηρεσιών ψυχικής υγείας και γενικότερα, σε χώρους που δημιουργούνται στενές σχέσεις μεταξύ επαγγελματιών και ατόμων .

Ο πιο ευρέως αναφερόμενος ορισμός της επαγγελματικής εξουθένωσης είναι εκείνος της ψυχολόγου Christine Maslach (1982), το όνομα της οποίας έχει από πολύ νωρίς συνδεθεί με το σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης. Ως επαγγελματική εξουθένωση συγκεκριμένα, ορίζει «την απώλεια ενδιαφέροντος για τους ανθρώπους με τους οποίους κάποιος εργάζεται, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής εξάντλησης και χαρακτηρίζεται από συναισθηματική εξάντληση όπου ο επαγγελματίας δεν έχει πλέον καθόλου θετικά αισθήματα συμπάθειας ή σεβασμού για τους πελάτες ή ασθενείς».

Οι Maslach & Jackson (1986) υποστήριξαν ότι θα μπορούσε κανείς να αξιολογήσει την επαγγελματική εξουθένωση των εργαζόμενων χρησιμοποιώντας τον Κατάλογο Επαγγελματικής Εξουθένωσης (Maslach Burnout Inventory (MBI), Maslach & Jackson, 1986). Το ΜΒΙ αποτελεί μια ευρέως χρησιμοποιούμενη κλίμακα και αξιολογεί τα ακόλουθα τρία βασικά στοιχεία: α) το βαθμό συναισθηματικής εξάντλησης, β) τα επίπεδα αποπροσωποποίησης και γ) την αίσθηση μειωμένων προσωπικών επιτευγμάτων.

Τα Συμπτώματα

Τα συμπτώματα της επαγγελματικής εξουθένωσης ομαδοποιούνται σε σωματικά, ψυχολογικά και συμπεριφορικά. Στα σωματικά συμπτώματα, περιλαμβάνονται όλα τα χαρακτηριστικά που αφορούν στις τυπικές εκδηλώσεις στρες και άγχους όπως: πονοκέφαλοι, γαστρεντερικά προβλήματα, δυσκολίες ύπνου, υπερένταση, σεξουαλική δυσλειτουργία, διαταραχές διατροφής και μυοσκελετικοί πόνοι (Tyler & Cushway, 1998).

Η αδύναμη και ευάλωτη σωματική κατάσταση του εργαζόμενου μπορεί να επηρεάσει επίσης και την ψυχολογική του υγεία και συμπεριφορά, με κυρίαρχα συμπτώματα το έντονο στρες, την ανία, την χαμηλή εργασιακή ικανοποίηση, την παραίτηση και τις συγκρούσεις είτε σε προσωπικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο.

Επιπλέον, πλήττεται η προσωπική και κοινωνική ζωή του ίδιου του εργαζόμενου, ο οποίος συχνά μεταθέτει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στο εργασιακό του περιβάλλον, στην οικογένεια και στις κοινωνικές του σχέσεις, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εντάσεις στις σχέσεις με τα άλλα άτομα και να μειώνεται το ενδιαφέρον για κοινωνικές συναναστροφές (Griffith και συν., 1999).

Άλλα συμπτώματα, σύμφωνα με βιβλιογραφικές έρευνες είναι: Σωματική εξάντληση, κούραση, δυσκαμψία στις αλλαγές, χαμηλή εργασιακή απόδοση, χαμηλή εργασιακή ικανοποίηση, έλλειψη ενδιαφέροντος και συναισθημάτων, μειωμένη επικοινωνία/παραίτηση, αϋπνία ή υπερβολικός ύπνος, κυνισμός/αρνητική διάθεση, έλλειψη ενθουσιασμού, έλλειψη υπομονής, ευερεθιστικότητα, αυξημένη χρήση φαρμάκων, αύξηση ή μείωση βάρους, αδυναμία αντιμετώπισης ανεπιθύμητων καταστάσεων, αυξημένες οικογενειακές συγκρούσεις, αναπνευστικά προβλήματα, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, υπερένταση, αδυναμία συγκέντρωσης/αδυναμία καθορισμού στόχων και προτεραιοτήτων, μειωμένη αυτοπεποίθηση, εκνευρισμός, εργασιομανία, αδυναμία λήψης αποφάσεων, καχυποψία, αποξένωση κ.α.

Επαγγελματική Εξουθένωση και Κοινωνική Εργασία

Είναι σαφές, ότι το αντικείμενο της κοινωνικής εργασίας είναι αρκετά δύσκολο, καθώς είναι άμεσα συνυφασμένο με άτομα τα οποία αντιμετωπίζουν πρακτικές και συναισθηματικές «αδικίες». Παράγοντες όπως: Το επιβαρυμένο επαγγελματικό πρόγραμμα, η έλλειψη ελέγχου, η διάρρηξη της συνοχής της κοινότητας, η άδικη αντιμετώπιση των εργαζομένων καθώς και η σύγκρουση αξιών καθιστούν το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού ακόμα πιο δύσκολο, κάνοντάς τον εργαζόμενο ευάλωτο στο στρες και κατά συνέπεια στο «burnout». Ενδεικτικά της στεσογόνου κατάστασης που κυριαρχεί στην κοινωνική εργασία, είναι τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποιήθηκε σε κοινωνικούς λειτουργούς στην Μ. Βρετανία. Ειδικότερα, προκύπτει ότι το 96% των κοινωνικών λειτουργών θεωρούσαν ότι οι συνθήκες εργασίας τους είναι ιδιαίτερα στρεσογόνες ενώ το 58% ανέφερε πως νιώθει να εκδηλώνει σωματοποιημένα συμπτώματα του στρες (Davies, 1998 στο Δούκα, 2003).

Είναι σαφές, ότι η επαγγελματική εξουθένωση είναι ένα μεγάλο ζήτημα που απασχολεί τους κοινωνικούς λειτουργούς. Η αιτία, είναι το γεγονός ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί «προσφέρουν προς το κοινωνικό σύνολο αλλά αποτυγχάνουν να φροντίσουν τους εαυτούς τους κατά την διάρκεια της διαδικασίας αυτής» (Δούκα, 2003:106).

Πρόληψη και αντιμετώπιση

Οι μέθοδοι με τις οποίες μπορεί κάποιος να αντιμετωπίσει το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης, συνοψίζονται με την προσέγγιση των τριών “R” (The Three “R” Approach) η οποία αποτελείται από 3 βήματα: Την αναγνώριση, (Recognition) όπου το άτομο θα πρέπει να αναγνωρίσει εγκαίρως τα προειδοποιητικά σημάδια του «burnout», την αντιστροφή (Reverse) όπου το άτομο θα πρέπει να αντιστρέψει/επανορθώσει την κακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται, αναζητώντας υποστήριξη για την διαχείριση του άγχους που βιώνει, την ανθεκτικότητα (Resilience), όπου το άτομο θα πρέπει να θωρακίσει τον εαυτό του ενισχύοντας την συναισθηματική και σωματική του υγεία.

Σημαντικές είναι και οι στρατηγικές πρόληψης του «burnout», οι οποίες παρουσιάζονται από τους Pines. Συγκεκριμένα προτείνουν:

α) Μικρή αναλογία εξυπηρετούμενων-κοινωνικών λειτουργών καθώς μείζον πρόβλημα των κοινωνικών υπηρεσιών αποτελεί η έλλειψη προσωπικού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και την συναισθηματική φόρτιση του επαγγελματία,

β) Διαθέσιμα διαλείμματα. Είναι σημαντικό το προσωπικό σε μια υπηρεσία να έχει την δυνατότητα όταν βρίσκεται κάτω από ψυχολογική πίεση να κάνει ένα «διάλειμμα» από τις στρεσογόνες καταστάσεις,

γ) Περιορισμένη έκθεση σε στρεσσογόνα εργασία. Η συχνή και άμεση επαφή με εξυπηρετούμενους που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, συνδέεται με υψηλά ποσοστά ανίας, στρες και κόπωσης του προσωπικού. Ένας πιθανός τρόπος με τον οποίο μια υπηρεσία θα μπορούσε να μειώσει το χρονικό διάστημα της παραμονής ενός θεραπευτή σε στρεσσογόνα κατάσταση είναι η κυκλική εργασία (job rotation). Μια μέθοδος, που συμβάλλει σημαντικά στην πρόληψη της κόπωσης.,

δ) Οργανωτική ευελιξία. Η οργανωτική δομή μιας υπηρεσίας θα πρέπει να είναι αρκετά ευέλικτη. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται η κόπωση, βελτιώνεται η λειτουργία της οργάνωσης καθώς και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Μέσω της οργανωτικής ευελιξίας δίνεται η δυνατότητα στο ίδιο το προσωπικό να επιλέξει ελευθέρα τα καθήκοντα που επιθυμεί, έχοντας αρκετή αυτονομία,

ε) Εκπαίδευση. Νοείται είτε η εκπαίδευση του προσωπικού για θέματα που σχετίζονται με το εργασιακό στρες και γενικότερα με το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης, είτε η συνεχής εκπαίδευση σε ζητήματα που αφορούν το αντικείμενό του εργαζόμενου, μέσω συνεδρίων, εργαστηρίων, σεμιναρίων. Η εκπαίδευση άλλωστε, παρέχει στους εργαζόμενους την δυνατότητα να ξεφύγουν από την ρουτίνα της καθημερινότητας, να επαναπροσδιορίσουν τους στόχους τους, να ενημερωθούν για τυχόν διαθέσιμες αλλά αναξιοποίητες παροχές της υπηρεσίας και να αναπτύξουν δεξιότητες που σχετίζονται άμεσα με το αντικείμενο τους,

στ) Κατάλληλες συνθήκες εργασίας. Το περιβάλλον στο οποίο εργάζεται το προσωπικό θα πρέπει να είναι ευχάριστο, άνετο, έχοντας τα κατάλληλα μέσα προστασίας καθώς και σχεδιασμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνει όσο γίνεται περισσότερο τον εργαζόμενο. Οι κατάλληλες συνθήκες εργασίας δεν αφορούν όμως μόνο το φυσικό περιβάλλον. Είναι σημαντικό και οι διαδικασίες μέσα σε μια υπηρεσία να προωθούν την διευκόλυνση των εργαζομένων στην άσκηση του επαγγέλματός τους και να μην παρεμποδίζεται το έργο τους από παράγοντες όπως: γραφειοκρατία, έλλειψη επικοινωνίας και χρονοβόρες διαδικασίες.

ζ) Η νοηματοδότηση της εργασίας. Η αίσθηση της ολοκλήρωσης είναι σημαντική για να νιώσει ο εργαζόμενος ότι η δουλειά του έχει νόημα. Οι κοινωνικοί λειτουργοί πολλές φορές εργάζονται σε αντικείμενα στα οποία βιώνουν την ματαίωση. Συνέπεια αυτού είναι η μείωση της αίσθησης νοήματος της εργασίας τους. Ένας τρόπος με τον οποίο μια υπηρεσία ή ένας φορέας/οργανισμός θα μπορούσε να παρέχει την αίσθηση ολοκλήρωσης στους εργαζομένους της είναι να τους προσφέρει εξ αρχής ξεκάθαρους, σαφείς και εφικτούς στόχους.

Εν κατακλείδι

Συμπερασματικά, θα έλεγε κανείς ότι το σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης έχει ποικίλες επιδράσεις στη ζωή του εργαζομένου-επαγγελματία υγείας. Η έγκαιρη αναγνώριση και πρόληψη του συνδρόμου αποτελεί υψίστης σημασίας καθώς το σύνδρομο «burnout» μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τόσο την υγεία του εργαζομένου όσο και την ποιότητα της ζωής του. Η μείωση του στρες καθώς και η προαγωγή της υγείας θα συμβάλουν σημαντικά στην αντιμετώπιση του φαινόμενου. Καθίσταται ευκρινές, ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για περαιτέρω έρευνες σχετικά με το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης. Αυτό που μένει να διαπιστωθεί είναι πως τα αποτελέσματα των ήδη υπαρχουσών και μελλοντικών ερευνών θα αξιοποιηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο είτε στον χώρο της υγείας είτε σε ευρύτερα εργασιακά πλαίσια γενικότερα.

Πηγές:

  • Freudenberger, HJ (1989). Burnout: Προηγούμενες, παρούσες και μελλοντικές ανησυχίες. Απώλεια, θλίψη και φροντίδα , 3 (1-2), 1-10.
  • Kessler, R., & McRae, HW (1991). Πρόληψη της εξάντλησης: Απομάκρυνση του άγχους από τη δουλειά. Το περιοδικό της εθελοντικής διοίκησης , 9 , 15-20.
  • Maslach, C., Jackson, S. E., Leiter, M. P., Schaufeli, W. B., & Schwab, R. L. (1986). Maslach burnout inventory (Vol. 21, pp. 3463-3464). Palo Alto, CA: Consulting psychologists press.
  • Tyler, P., & Cushway, D. (1998). Άγχος και ευεξία στο προσωπικό υγειονομικής περίθαλψης: Ο ρόλος της αρνητικής συναισθηματικότητας και των αντιλήψεων σχετικά με τη ζήτηση εργασίας και τη διακριτική ευχέρεια. Stress Medicine , 14 (2), 99-107.
  • Δούκα, Μ. (2003). Το «Σύνδρομο Επαγγελματικής Κόπωσης» ή «Burnout» στην Κοινωνική Εργασία. Κοινωνική Εργασία. Επιθεώρηση Κοινωνικών Επιστημών. Τριμηνιαία Έκδοση, 97-107.
  • Pines, AM (1993). Burnout: μια υπαρξιακή προοπτική.