Ψυχολογική Αναδραστικότητα: Η αντίδραση στον περιορισμό της ελευθερίας

Κατηγορία: Ψυχολογία ενηλίκωνΔημοσιεύθηκε στις

Εισαγωγή 

Η τρέχουσα περίοδος, την οποία διανύουμε με άγχος και αβεβαιότητα, είναι πρωτόγνωρη για κάθε άτομο, ομάδα και κοινωνία. Είναι, ίσως, η πρώτη φορά που λόγω μιας πανδημίας, η πλειοψηφία των κατοίκων του πλανήτη έχει τεθεί σε καραντίνα και απομόνωση, με σκοπό τη διακοπή της μετάδοσης του –γνωστού πια σε όλους μας- κορωνοϊού. Οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα δεν είναι απλά πολλές, αλλά την έχουν αλλάξει εντελώς. Επιμελής φροντίδα της προσωπικής μας υγιεινής, παραμονή στο σπίτι, αποφυγή σωματικής κοντινότητας και περιορισμός στην κυκλοφορία είναι μερικά από τα δεδομένα της νέας μας καθημερινότητας. Πολλές φορές έχει ορθά διατυπωθεί από ειδικούς ψυχικής υγείας η αίσθηση της απώλειας βαθμών ελευθερίας και ο αντίκτυπός της στις σκέψεις και στα συναισθήματά μας. Έτσι, η συζήτηση περί αισθήματος ελευθερίας απηχεί σε διάφορες ερμηνείες και θεωρίες, μια εκ των οποίων είναι και εκείνη του Τζακ Μπρεμ (Jack W. Brehm, 1928 – 2009) με τον όρο «Ψυχολογική Αναδραστικότητα».

Ποιος είναι ο Brehm και τι σημαίνει «Ψυχολογική Αναδραστικότητα»

Ο Τζακ Μπρεμ γεννήθηκε το 1928 στις Η.Π.Α. και, αφού κατετάγη για δύο χρόνια στο Ναυτικό, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Harvard και στην συνέχεια πραγματοποίησε σπουδαία πορεία στον τομέα της ψυχολογίας. Τη δεκαετία του ’60 και συγκεκριμένα το 1966 δημοσίευσε το βιβλίο του “A Theory of Psychological Reactance”, όπου και αναλύει τη θεωρία της «ψυχολογικής αναδραστικότητας». Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, κάθε επιθυμητή συμπεριφορά ή κατάσταση, η οποία απειλείται με εξαφάνιση από το πεδίο επιλογών ενός ατόμου, οδηγεί το άτομο, το οποίο διαισθάνεται την απειλή της ελευθερίας του, σε κατάσταση αναδραστικότητας, με σκοπό τη διατήρηση της ελευθερίας του. Η προσέγγιση αυτή βασίστηκε στο γεγονός ότι οι συμπεριφορές και οι δράσεις που τείνουν να απαγορευτούν ή απειλούνται, «αυτόματα» μοιάζουν ελκυστικές για το άτομο. Ο ίδιος ο Τ. Μπρεμ υποστήριζε πως οι άνθρωποι διαθέτουν μια υποκειμενική αντίληψη για την ελευθερία σε διάφορες συνθήκες, η οποία βασίζεται στη λογική «κάνω ό,τι θέλω, όποτε το θέλω, με τον τρόπο που θέλω» και κάθε φορά που αυτή η αντίληψη κινδυνεύει ή απειλείται, υιοθετούνται δράσεις με γνώμονα την ανάκτηση της χαμένης ελευθερίας.

Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν στην εμφάνισή της

Οι παράγοντες που φαίνεται ότι μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση της ψυχολογικής αναδραστικότητας είναι πολλοί. Κρίσιμος παράγοντας είναι η αξία που δίνεται από το ίδιο το άτομο στην προς απαγόρευση συμπεριφορά. Ακόμη, όσο πιο μεγάλη είναι η πίεση στην απαγόρευση, τόσο περισσότερο αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης ψυχολογικής αναδραστικότητας. Μια επιπλέον παράμετρος που συγκαταλέγεται στους παράγοντες είναι το εύρος και ο αριθμός των απαγορευμένων συμπεριφορών, ο οποίος όσο αυξάνεται τόσο τείνει να προκαλέσει ψυχολογική αναδραστικότητα. Φυσικά, ο φορέας απαγόρευσης και η κοινωνική του θέση σχετίζονται με την εμφάνιση ή όχι ψυχολογικής αναδραστικότητας. Από την άλλη, η αίσθηση κοινού σκοπού, διαμορφώνει συνθήκες ομάδας και δύναται είτε να εξισορροπήσει την ανάδραση είτε να τη μεταφέρει σε συλλογικό επίπεδο, ανάλογα με το τι πρεσβεύει ο σκοπός αυτός και ποιος είναι ο φορέας απαγόρευσης ή περιορισμού.

Με ποιους τρόπους και συμπεριφορές εκδηλώνεται

Η κατάσταση της ψυχολογικής αναδραστικότητας μπορεί να εκφραστεί με αρκετούς τρόπους, οι οποίοι καλύπτουν ένα φάσμα δυνητικών συμπεριφορών. Αρχικά, παρατηρείται θετική προδιάθεση και στάση απέναντι στις απαγορευμένες συμπεριφορές, η οποία μπορεί να αυξάνεται όταν η -προς απαγόρευση- συμπεριφορά κρίνεται σημαντική για το άτομο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το άτομο κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που του ζητείται, ενώ στις ακραίες περιπτώσεις κινείται εντελώς αντίθετα ως προς την απαγόρευση, αφού κάνει αυτό που του έχει απαγορευτεί. Σε καταστάσεις ψυχολογικής αναδραστικότητας τα άτομα χρησιμοποιούν τη γλώσσα με τρόπο προστακτικό, απόλυτο, με υψηλές εντάσεις, ή ακόμα και σε απειλητικό τόνο σε ακραίες περιπτώσεις. Αυτό εξαρτάται συχνά και από τον αντίστοιχο λεκτικό τόνο που μεταφέρεται το μήνυμα της απαγόρευσης από τον φορέα. Με άλλα λόγια, όσο πιο επιτακτικά ή άκαμπτα διατυπώνεται η απαγόρευση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης αναδραστικότητας και υιοθέτησης των παραπάνω πρακτικών. Τέλος, μια ιδιαίτερη μορφή έκφρασης είναι η δια αντιπροσώπου ανάκτηση της ελευθερίας. Δηλαδή, κάποια άτομα, προκειμένου να εκφράσουν την αναδραστικότητά τους και να κινηθούν προς την αίσθηση ότι ανακτούν την ελευθερία, επιστρατεύουν άλλα άτομα (συνήθως αυτά που τα θεωρούν ισότιμα με τους ίδιους) και τα υποχρεώνουν στην απειλούμενη ή απαγορευμένη συμπεριφορά.

Επίλογος

Η συμβολή και η συνεισφορά του Τζακ Μπρεμ στην Επιστήμη της Ψυχολογίας είναι πολύ σημαντική και χρήσιμη. Μελέτησε σε βάθος την αντίδραση των ατόμων σε συνθήκες περιορισμού και απειλής και μέσα από την πειραματική συνθήκη κατέληξε στη θέση ότι, όταν ο άνθρωπος αισθάνεται πως απειλείται η αντίληψη της ελευθερίας του, δυσφορεί και υπό συνθήκες αντιδρά με ποικίλους τρόπους, ώστε να επαναφέρει την αίσθηση μέσα του ότι παραμένει ελεύθερος. Για αυτό το λόγο, ο Τ. Μπρεμ είχε ως στόχο η θεωρία του να καθιερωθεί και ονομαστεί ως θεωρία της ελευθερίας. Βέβαια, παραμένει γνωστή ως θεωρία της «ψυχολογικής αναδραστικότητας» και μας προσφέρει μια ακόμα οπτική για τη λειτουργία του πολυσύνθετου και πολυμορφικού ανθρώπινου νου και ψυχισμού.

 

Πηγές:

  • Παπαστάμου, Σ. (2008). «Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία, Τόμος Β': Η Παράδοση», Αθήνα: Πεδίο.
  • Brehm, J. W., & Brehm, S. S. (1981). "Psychological reactance: A theory of freedom and control". San Diego, CA: Academic Press.