Το Φαινόμενο του Σχολικού Εκφοβισμού και ο Ρόλος του Κοινωνικού Λειτουργού

Κατηγορία: Ψυχολογία παιδιού και οικογενείαςΔημοσιεύθηκε στις

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όχι μόνο εντείνεται τα τελευταία χρόνια αλλά λαμβάνει πλέον και τεράστιες διαστάσεις. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό συμβαίνει καθώς δίνεται πλέον μεγαλύτερη έμφαση στους τρόπους πρόληψης και αντιμετώπισης του φαινομένου ενώ έρχονται με μεγαλύτερη ένταση στο «φως της δημοσιότητας» περιστατικά σχολικού εκφοβισμού τα οποία είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά σε μια περίοδο δε που ολόκληρες κοινωνίες βιώνουν βαθιά κοινωνικοπολιτική, ηθική κρίση καθώς και κρίση αξιών. Η πρόληψη της σχολικής αλλά και κάθε είδους βίας, η διαχείριση κρίσεων, η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η κακοποίηση (είτε σωματική, λεκτική, σεξουαλική), η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο χρήζουν συντονισμένες δράσεις και πρακτικές ώστε να αντιμετωπιστούν από τη ρίζα τους.

Oρισμός 

Η έρευνα και η μελέτη του σχολικού εκφοβισμού ξεκίνησε το 1970 από τον Dan Olweus στη Νορβηγία. Για αρκετά χρόνια περιορίστηκε μόνο στις Σκανδιναβικές χώρες. Σε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Αγγλία, η Δανία, ο Καναδάς, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία, ο σχολικός εκφοβισμός γίνεται αντικείμενο μελέτης στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990. Σύμφωνα με τον Olweus, «Ένας μαθητής ή μια μαθήτρια γίνεται αντικείμενο εκφοβισμού ή θυματοποιείται, όταν υποβάλλεται κατ’ επανάληψη και κατ’ εξακολούθηση σε αρνητικές ενέργειες από έναν ή περισσότερους άλλους μαθητές» (Olweus, 2009). Η Αμερικανική Ιατρική Ένωση (American Medical Association) αναφέρει ότι περίπου το 15-30% των μαθητών στις ΗΠΑ εμπλέκονται ως θύτες ή θύματα εκφοβισμού ενώ πάνω από τα 2/3 αυτών πιστεύουν ότι το σχολείο δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τον εκφοβισμό (Πρεκατέ, 2008). Αξίζει να σημειωθεί, ότι τα υψηλότερα ποσοστά σχολικού εκφοβισμού εμφανίζονται στις ηλικίες των 11-13 ετών (Eslea & Ress, 2001). 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υποστηρίζει πως ο σχολικός εκφοβισμός είναι «μια πολύπλευρη μορφή κακομεταχείρισης που χαρακτηρίζεται από την επαναλαμβανόμενη έκθεση ενός ατόμου σε σωματική ή και συναισθηματική επιθετικότητα». Επισημαίνει ότι ο εκφοβισμός είναι μια πολύπλευρη μορφή κακομεταχείρισης, η οποία παρατηρείται ως επί το πλείστον στα σχολεία και στους χώρους εργασίας. Χαρακτηρίζεται από την επαναλαμβανόμενη έκθεση ενός ατόμου σε φυσική ή και συναισθηματική επιθετικότητα, όπως πειράγματα, παρατσούκλια, κοροϊδία, απειλές, παρενόχληση, χλευασμούς, καψόνια, κοινωνικό αποκλεισμό ή διάδοση φημών. Ο Ken Rigby (2008) ισχυρίζεται ότι «ο εκφοβισμός συμπεριλαμβάνει την επιθυμία κάποιου να πληγώσει κάποιον άλλο, την ασυμμετρία δύναμης των εμπλεκομένων, την επανάληψη, την άδικη χρήση της δύναμης, την προφανή ευχαρίστηση του επιτιθέμενου και γενικά μία αίσθηση καταπίεσης από την πλευρά του θύματος». Επιπρόσθετα, ο Farrington(1993), προσδίδει στο φαινόμενο του «bullying» τα παρακάτω χαρακτηριστικά: Φυσική, λεκτική ή ψυχολογική επίθεση ή προσβολή, πρόθεση να προκαλέσει φόβο, ανησυχία ή πόνο στο θύμα, περιλαμβάνει ανισορροπία ισχύος με το δυνατότερο παιδί να πιέζει το αδύναμο, επαναλαμβάνεται από τα ίδια παιδιά για μεγάλη χρονική περίοδο.

Μορφές του σχολικού εκφοβισμού

Οι μορφές του εκφοβισμού μπορεί να είναι είτε άμεσες, περιλαμβάνοντας πράξεις που απαιτούν τη διαπροσωπική επαφή του δράστη και του θύματος αλλά και έμμεσες, περιλαμβάνοντας πράξεις χωρίς την προσωπική αντιπαράθεση δράστη και θύματος, δηλαδή, πράξεις που μπορεί να μην τις παρατηρεί το θύμα, αλλά είναι προμελετημένες και έχουν αρνητικές επιπτώσεις (π.χ. διάδοση φημών -cyber bullying). O Rigby διαχώρισε τις άμεσες και έμμεσες μορφές «bullying» και τις κατηγοριοποίησε ως εξής: A) Λεκτικές άμεσες: Προσβλητικά λόγια, παρατσούκλια, εξευτελισμός, σκληρά πειράγματα ή χλευασμός. Λεκτικές έμμεσες: Παρακίνηση τρίτου προσώπου να προσβάλλει ή να εκμεταλλευτεί κάποιον, διάδοση άσχημων φημών, ανώνυμα τηλεφωνήματα, προσβλητικά κείμενα μηνύματα ή επιστολές. Β) Σωματικές άμεσες: Επιθέσεις, κλοτσιές, ρίψη αντικειμένων, φτύσιμο, χρήση όπλου. Σωματικές έμμεσες: Εσκεμμένος ή άδικος αποκλεισμός, αρπαγή και κρύψιμο προσωπικών αντικειμένων. Γ) Μέσω χειρονομιών άμεσες: Επίμονες ματιές και απειλητικές κινήσεις. Μέσω χειρονομιών έμμεσες: Επανειλημμένη αποστροφή του προσώπου ή του βλέμματος ώστε να φανερωθεί ότι κάποιος είναι ανεπιθύμητος.

Ερευνητικά δεδομένα

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού παρατηρείται σε όλες τις χώρες του κόσμου. Είναι ένα πρόβλημα που φέρει σοβαρές ψυχικές και σωματικές επιπτώσεις. Έκθεση του Παγκόσμιου οργανισμού υγείας παρουσίασε ερευνητικά δεδομένα σχετικά με την ποιότητα ζωής των παιδιών σχολικής ηλικίας στις χώρες της Ευρώπης (WHO, 2010). Τα συγκριτικά δεδομένα της έκθεσης αυτής δείχνουν ότι η θυματοποίηση μεταξύ των παιδιών ηλικίας 11 ετών στις διάφορες χώρες της Ευρώπης κυμαίνεται από 2% έως 27% στα κορίτσια και από 5% έως 32% στα αγόρια. Τα μικρότερα ποσοστά εμφανίζονται στα στοιχεία από την Αρμενία, ενώ τα μεγαλύτερα στα στοιχεία από τη Λιθουανία. Τα ποσοστά θυματοποίησης από εκφοβισμό που εμφανίζονται στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, είναι 7% στα κορίτσια και 8% στα αγόρια. Συγκριτικά με τις άλλες χώρες της Ευρώπης, η Ελλάδα κατέχει την 6η θέση με τα χαμηλότερα ποσοστά θυματοποίησης στο σύνολο των 38 χωρών, στις οποίες αναφέρεται η έκθεση του Π.Ο.Υ.  Ερευνητικά δεδομένα των Γιαννακοπούλου κ.ά. (2010) σε δημοτικά σχολεία στην Αθήνα και την Θράκη έδειξε ότι το ποσοστό των μαθητών-θυμάτων ανέρχεται στο 7,87 % του συνόλου των μαθητών και το ποσοστό των μαθητών-θυτών (αυτών που εκφοβίζουν άλλους μαθητές) στο 5,61 %.  Ακόμη μια, πρόσφατη έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε τυχαίο και αντιπροσωπευτικό δείγμα 35 δημοτικών σχολείων του Ν. Αττικής που συμμετείχαν 2628 μαθητές εκ των οποίων 1306 αγόρια και 1322 κορίτσια, έδειξε ότι τα θύματα ανέρχονται σε ποσοστό 15,6% του συνόλου των μαθητών (13,7% θύματα και 1,9% θύματα/θύτες) και τα παιδιά που ασκούν εκφοβισμό και βία σε συμμαθητές τους στο 3,5%.

Έρευνα των Ψάλτη κ.ά. (2012) σε παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία στην Β. Ελλάδα έδειξε ότι από το σύνολο των παιδιών που συμμετείχαν στην έρευνα το 42,2% των παιδιών έχουν δεχθεί εκφοβισμό, το 21,5% των παιδιών έχει ασκήσει εκφοβισμό και το 35,6% των παιδιών δεν έχουν εμπλοκή. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτά τα υψηλά ποσοστά επιβεβαιώνουν τα δεδομένα της διεθνούς βιβλιογραφίας ότι οι εμπειρίες θυματοποίησης είναι πιο συχνές μεταξύ των μαθητών μικρότερης ηλικίας. Σε Πανελλήνια έρευνα για τις συμπεριφορές που συνδέονται με την υγεία των εφήβων-μαθητών (Έρευνα HBSC/WHO)-2018 του ΕΠΙΨΥ παρουσιάζονται συνοπτικά στοιχεία για τέσσερεις δείκτες που αφορούν την εμπλοκή σε περιστατικά εκφοβισμού (bullying) εντός και εκτός σχολικού περιβάλλοντος καθώς και βίαιων καυγάδων μεταξύ των εφήβων-μαθητών στην Ελλάδα. Τα στοιχεία αναφέρονται στο σύνολο των εφήβων ηλικίας 11, 13 και 15 ετών στη χώρα, για το 2018. Σχετικά με τον εκφοβισμό (bullying) στο σχολείο, η έρευνα κατέδειξε τα εξής: 1 στους 5 εφήβους (19,1%) υπέστη εκφοβισμό (ότι, δηλαδή, κάποιο άλλο άτομο ή ομάδα ατόμων τον/την πείραξε, μείωσε, έβρισε, απείλησε,  εκφόβισε, έσπρωξε ή κορόιδεψε) τουλάχιστον 1-2 φορές τους τελευταίους 2 μήνες πριν τη διεξαγωγή της έρευνας, ενώ ένας στους 7 εφήβους (14,2%) έκανε ο/η ίδιος/α εκφοβισμό (bullying) σε άλλους μαθητές.

Σε σχέση με τον ηλεκτρονικό εκφοβισμό (cyber bullying): Το 2018, ένας στους 20 εφήβους (5,2%) αναφέρει ότι υπέστη ηλεκτρονικό εκφοβισμό (cyber bullying- ότι, δηλαδή, του/της έστειλαν άσχημα ή ενοχλητικά μηνύματα στο chat, μέσω e-mail ή SMS, έγραψαν/πόσταραν άσχημα ή ενοχλητικά μηνύματα στον «τοίχο» τους, έφτιαξαν site για να τον/την γελοιοποιήσουν, δημοσιοποίησαν στο ίντερνετ ή μοιράστηκαν με άλλους μη κολακευτικές ή άσεμνες φωτογραφίες χωρίς την έγκρισή του/της) τουλάχιστον 1-2 φορές τους τελευταίους 2 μήνες πριν τη διεξαγωγή της έρευνας ενώ σε ποσοστό 3,3% αναφέρουν ότι έκαναν οι ίδιοι/ες ηλεκτρονικό εκφοβισμό (cyber bullying) σε άλλο άτομο. Σχετικά με τις μορφές εκφοβισμού οι έφηβοι απαντούν ότι μεταφράζονται σε λεκτικά πειράγματα (19,8% του συνόλου των μαθητών), η διάδοση ψεμάτων και φημών (18,8%), αστεία, σχόλια ή χειρονομίες σεξουαλικού περιεχομένου (13,4%) καθώς και σε αποκλεισμό από κοινές παρέες και δραστηριότητες (13,1%). Σε χαμηλότερα ποσοστά οι έφηβοι αναφέρουν ότι υπέστησαν εκφοβισμό (bullying) με χρήση σωματικής βίας (4,5%) αλλά και με τη μορφή άσχημων χαρακτηρισμών για την εθνικότητα (5,6%) και τη θρησκεία τους (3,5%). Αναφορικά με τους βίαιους καυγάδες το 2018 ένας στους 5 εφήβους (19,4%) απαντά ότι ενεπλάκη σε βίαιο καυγά τουλάχιστον 2 φορές κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών πριν τη διεξαγωγή της έρευνας.  Τα αγόρια αναφέρουν εμπλοκή σε βίαιους καυγάδες σε τριπλάσιο ποσοστό (29,3%) συγκριτικά με τα κορίτσια (9,6%) και οι 11χρονοι και 13χρονοι μαθητές (~21%) σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό συγκριτικά με τους 15χρονους (15,2%). Τέλος ότι σχετίζεται με τον  Εκφοβισμό (bullying) και με το οικονομικό επίπεδο οι έφηβοι των οποίων οι οικογένειες κατηγοριοποιούνται στο κατώτερο οικονομικό επίπεδο αναφέρουν σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ότι υφίστανται εκφοβισμό (bullying) με τη μορφή σωματικής βίας (7,8% έναντι 3,6% και 4,8% των συνομηλίκων τους μέσου και ανώτερου οικονομικού επιπέδου, αντίστοιχα) και άσχημων χαρακτηρισμών για την εθνικότητα (8,9% έναντι 5,0% και 5,4% των συνομηλίκων τους μέσου και ανώτερου οικονομικού επιπέδου, αντίστοιχα) και τη θρησκεία τους (6,0% έναντι 2,8% και 3,4% των συνομηλίκων τους μέσου και ανώτερου οικονομικού επιπέδου, αντίστοιχα).

Επιπτώσεις του φαινομένου

Οι επιπτώσεις του εκφοβισμού θα έλεγε κανείς ότι είναι καθοριστικές για την ψυχοκοινωνική εξέλιξη και ανάπτυξη των παιδιών. Κυρίως, είναι σωματικές, ψυχικές και κοινωνικές. Παιδιά τα οποία έχουν υποστεί εκφοβισμό καθώς και παιδιά που κατείχαν τον ρόλο του θύτη παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης σε σχέση με εκείνα που δεν ενεπλάκησαν ποτέ σε περιπτώσεις εκφοβισμού. Το παιδί στον ρόλο του θύματος παρουσιάζει συχνά χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο, απουσιάζει ανά τακτά και μεγάλα χρονικά διαστήματα από το σχολικό περιβάλλον, εμφανίζει διαταραχές άγχους και στρες, ψυχοσωματικά προβλήματα, κεφαλαλγίες, πόνους στην κοιλιακή χώρα κ.α. Έρευνες έχουν επιστήσει την προσοχή στο γεγονός ότι η συχνότητα των καταθλιπτικών διαταραχών ανέρχεται στο 10% των παιδιών που εκφοβίζονται και στο 18% των παιδιών που εκφοβίζουν και εκφοβίζονται.  Αρκετές είναι οι έρευνες που συγκλίνουν μεταξύ τους σε ένα συμπέρασμα. Άτομα που είναι θύτες και ασκούν τον εκφοβισμό βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο να στιγματισθούν ως βιαία άτομα και να εξελιχθούν σε ενήλικες με αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά. Σε διαχρονική έρευνα του Olweus (1993), διαπιστώθηκε ότι το 60% των αγοριών που χαρακτηρίσθηκαν ως θύτες από την Στ’ δημοτικού μέχρι τη Γ’ γυμνασίου, έως την ηλικία των 24 ετών είχαν τουλάχιστον μία καταδίκη από δικαστήριο εξαιτίας παράβασης του νόμου, ενώ οι μισοί από αυτούς είχαν έως και τέσσερις καταδίκες. 

Ο Ρόλος του κοινωνικού λειτουργού: Πρόληψη και αντιμετώπιση

Η συμβολή του κοινωνικού λειτουργού στο σχολικό περιβάλλον είναι σημαντική καθώς έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει και να εφαρμόζει προγράμματα προαγωγής υγείας, κοινωνική εργασία με το άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα, να παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη, να ενημερώνει και να ευαισθητοποιεί μέσα από ημερίδες, καμπάνιες, επιμορφωτικά σεμινάρια, να συνεργάζεται με αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς του υπουργείου παιδείας και πολιτισμού, με ψυχοκοινωνικές δομές και λοιπούς φορείς, να καταγράφει, να διερευνά και να εκτιμά τις ανάγκες οι οποίες διαφοροποιούνται κάθε φορά, να αναπτύσσει και να εφαρμόζει εξατομικευμένα προγράμματα παρέμβασης, να αναπτύσσει δραστηριότητες που ευαισθητοποιούν, επαγρυπνούν, παρακινούν τους μαθητές και τους καλλιεργούν την κριτική σκέψη, τον σεβασμό, την αλληλεγγύη, την ενσυναίσθηση καθώς και να εμπλέκεται ενεργά στον κοινωνικό σχεδιασμό και την κοινωνική πολιτική που αφορούν στην ίδια την εκπαίδευση.

Διεθνώς, έχουν εφαρμοστεί και συνεχίζουν να εφαρμόζονται διάφορα προγράμματα πρόληψης του εκφοβισμού, όπως το Πρόγραμμα Πρόληψης του Εκφοβισμού του Olweus (Olweus Bullying Prevention Programme-OBPP), το Πρόγραμμα Αντιμετώπισης του Εκφοβισμού στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Bully Busters (Browning et al., 2005), το Φινλανδικό Πρόγραμμα κατά του Εκφοβισμού Ki Va (Karna et al., 2011), το Mind Matters που είναι πρόγραμμα ολιστικής προσέγγισης για την προαγωγή της ψυχικής υγείας των εφήβων (Wyn et al., 2000) και το Πρόγραμμα Διαμεσολάβησης Αντιμετώπισης Συγκρούσεων στο Σχολείο (Burrel et al., 2003), κ.α.  Στην Ελλάδα, σε ένα πολύ μικρό αριθμό σχολείων και σε δοκιμαστικό επίπεδο, έχουν εφαρμοσθεί ορισμένες παρεμβάσεις από το «Πρόγραμμα Πρόληψης του Εκφοβισμού του Olweus» (Olweus Bullying Prevention Programme-OBPP), το «Πρόγραμμα Διαμεσολάβησης» (Peer School-Based Mediation) αντιμετώπισης συγκρούσεων στο σχολείο, καθώς και το «Πρόγραμμα Στοπ στην Ενδοσχολική Βία» που δημιούργησε η επιστημονική ομάδα της Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου (ΕΨΥΠΕ) και του οποίου η αποτελεσματικότητα έχει ερευνητικά αξιολογηθεί θετικά. 

Άξιο αναφοράς είναι και το πρόγραμμα του τομέα πρόληψης του ΚΕΘΕΑ το οποίο σχεδιάζει και εφαρμόζει συστηματικά, ολοκληρωμένα, μακρόχρονα προγράμματα πρωτογενούς πρόληψης στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με στόχο την προαγωγή της υγείας και της πρόληψης κυρίως, μέσα από προσωπική και ψυχο-κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού καθώς και την υποστήριξη του ρόλου των γονέων σχετικά με το «υγιές, μεγάλωμα» του. Η παρέμβαση αυτή ξεκίνησε το 1996 με πέντε στρατηγικές: Μακροχρόνια ολοκληρωμένα προγράμματα πρωτογενούς πρόληψης σε δημοτικά σχολεία, δημιουργία εκπαιδευτικού υλικού πρόληψης, εκπαίδευση εκπαιδευτικών στην πρωτογενή πρόληψη, προγράμματα πρόληψης για γονείς, εκπαίδευση στελεχών υπηρεσιών πρόληψης σε εθνικό επίπεδο για παρεμβάσεις πρόληψης στο δημοτικό. Βασικοί στόχοι των στρατηγικών αυτών είναι από τη μια η ανάπτυξη μιας τεκμηριωμένης πρακτικής παρέμβασης πρωτογενούς πρόληψης στο ελληνικό δημόσιο σχολείο και από την άλλη η αξιοποίηση αυτής της τεχνογνωσίας για τη δημιουργία εκπαιδευτικού υλικού πρόληψης και εκπαίδευση των επαγγελματιών και εκπαιδευτικών. (Κυρίτση, 2004).

Η σχολική βία υπάρχει είναι εδώ και αποτελεί ένα σημαντικό και πολυδιάστατο φαινόμενο. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι τόσο οι κοινωνικοί λειτουργοί ειδικότερα όσο και οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας γενικότερα μπορούν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στην αντιμετώπιση του φαινομένου καθώς με την άμεση παρέμβαση τους μπορούν να ευαισθητοποιήσουν, να διαχειριστούν και να προλάβουν περιστατικά ενδοσχολικής βίας. Η άσκηση της κοινωνικής εργασίας μπορεί να έχει θεσμοθετηθεί δεκαετίες τώρα παρόλα αυτά η εφαρμογή της στον χώρο της εκπαίδευσης είναι ελλιπής τηρουμένων των αναλογιών. Η δημιουργία νέων εργαλείων και ψυχοκοινωνικών προγραμμάτων, η συνεχής εκπαίδευση και επιμόρφωση των εργαζομένων στην εκπαιδευτική και όχι μόνο κοινότητα, η στελέχωση των σχολικών μονάδων όχι μόνο με καταρτισμένο προσωπικό επαγγελματιών ψυχικής υγείας αλλά  και με μόνιμες θέσεις εργασίας καθώς και η εφαρμογή πολιτικών που θα ελαχιστοποιούν τους κινδύνους και θα αυξάνουν τους προστατευτικούς παράγοντες σε σχέση με το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού θα συμβάλουν σημαντικά στην εξάλειψη του φαινομένου.

Παραθέτοντας για το τέλος μια σκέψη ενός μαθητή γυμνασίου, ας συνηγορήσουμε όλοι στο εξής: Ένα παιδί θα πρέπει να μετράει τα άστρα και όχι τα τραύματα και τις πληγές που του αφήνει ο εκφοβισμός. Ας του δείξουμε τον δρόμο λοιπόν. «Παρά τη συνεχή ενημέρωση, το φαινόμενο έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Προσπαθούμε να παρουσιάσουμε τον εαυτό μας, όπως οι άλλοι θέλουν να μας βλέπουν και όχι να υποστηρίξουμε αυτό που πραγματικά είμαστε. Έτσι, δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε κάτι που εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε συνειδητοποιήσει».

 

Πηγές:

  • Browning, C. M., Cooker, P. G., & Sullivan, K. (2005). Help for the bully/peer abuse problem: Is Bully Busters in-service training effective. Vistas: Compelling perspectives on counseling, 231-234.
  • Eslea, M., & Rees, J. (2001). At what age are children most likely to be bullied at school?. Aggressive Behavior: Official Journal of the International Society for Research on Aggression, 27(6), 419-429.
  • Farrington, D. P. (1993). Understanding and preventing bullying. Crime and justice, 17, 381-458.
  • Olweus, D. (2009). Understanding and researching bullying: Some critical issues. In Handbook of bullying in schools (pp. 19-44). Routledge
  • Olweus, D. (2005, October). Bullying in schools: Facts and intervention. In IX International Meeting on Biology and Sociology of Violence, Under the Honorary Presidency of HM Queen Sofia, Valencia, Spain (October).
  • Olweus, D. (1993). Bullies on the playground: The role of victimization. Children on playgrounds: Research perspectives and applications, 85-128.
  • Rigby, K. (2008). Children and bullying: How parents and educators can reduce bullying at school. Blackwell Publishing.