Η Νευροβιολογία της Κατάθλιψης (μέρος 1ο)

Κατηγορία: ΨυχοπαθολογίαΔημοσιεύθηκε στις

Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα άρθρα, η κατάθλιψη είναι μία νόσος που επηρεάζει όλους τους τομείς της ζωής ενός ανθρώπου. Για το λόγο αυτό, η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της νόσου είναι αναγκαία, τόσο για το ίδιο το άτομο και τον κοινωνικό του περίγυρο, όσο και για την ποιότητα της δημόσιας υγείας εν γένει.

Είναι όμως πολύ συχνό, η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά να μην επιτυγχάνει τον στόχο της ύφεσης των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, με την έννοια ότι δεν επιτυγχάνει την πλήρη αποδρομή όλων των συμπτωμάτων της νόσου, παρά μόνον τη βελτίωση αυτών έως κάποιο βαθμό.

Αυτές είναι οι περιπτώσεις, στις οποίες καλείται ο ψυχίατρος να χρησιμοποιήσει διαφορετικούς συνδυασμούς φαρμάκων, προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό θεραπευτικό αποτέλεσμα, δηλαδή η πλήρης ίαση κι όχι απλώς η βελτίωση.

Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε την Νευροβιολογία της καταθλιπτικής νόσου, προκειμένου να βρούμε έναν τρόπο να αντιμετωπίσουμε τα καταθλιπτικά συμπτώματα με βάση τους μηχανισμούς του εγκεφάλου που προκαλούν τα συμπτώματα αυτά. Οι μηχανισμοί αυτοί αφορούν την αλληλεπίδραση μεταξύ διαφόρων νευρωνικών κυκλωμάτων και μεταξύ γονιδίων κι επιγονιδιακών μηχανισμών, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω.

Ακολουθούν οι 3 υποθέσεις για τη νευροφυσιολογική δημιουργία της κατάθλιψης, αλλά και τους μηχανισμούς δράσης των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων.

1) Μονοαμινική Υπόθεση της Κατάθλιψης 

Οι μοναμίνες είναι χημικές ουσίες του εγκεφάλου, οι οποίες βοηθούν στην επικοινωνία μεταξύ των νευρικών κυττάρων. Οι 3 κύριες μονοαμίνες του νευρικού συστήματος είναι η ντοπαμίνη (DA), η νορεπινεφρίνη (ή νοραδρεναλίνη ΝΕ/ΝΑ) και η σεροτονίνη (Ser ή 5ΗΤ ). Η κλασσική μονοαμινική υπόθεση της κατάθλιψης, υποστηρίζει ότι η κατάθλιψη προκύπτει ως ανεπάρκεια μιας ή περισσοτέρων από τις παραπάνω μονοαμίνες. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν το φαρμακολογικό τους αποτέλεσμα, αυξάνοντας την απελευθέρωση των μονοαμινών αυτών, στη συναπτική σχισμή μεταξύ δύο νευρώνων (κυρίως της σεροτονίνης).

Αν και η συγκεκριμένη υπόθεση εξηγεί αρκετά από τα φαρμακολογικά επιτελέσματα των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, παρόλα αυτά αδυνατεί να εξηγήσει το χρόνο δράσης τους. Σχετικά με αυτό, έχει βρεθεί ότι η έναρξη δράσης των αντικαταθλιπτικών τοποθετείται περίπου 3 εβδομάδες μετά την έναρξη της χορήγησής τους, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε το φαρμακολογικό αποτέλεσμα να έχει έρθει αρκετά νωρίτερα.

2) Υπόθεση Μοναμινικών Υποδοχέων της Κατάθλιψης 

Η συγκεκριμένη υπόθεση, αποτελεί παραλλαγή της παραπάνω υπόθεσης κι επέκτασή της. Εδώ θεωρείται ότι η ελάττωση της δράσης των μοναμινικών νευρομεταβιβαστών που είδαμε στο (1), οδηγεί σε υπερ-ρύθμιση των μετασυναπτικών μονοαμινικών υποδοχέων κι ότι είναι αυτό που οδηγεί σε κατάθλιψη κι όχι η ελάττωση της δράσης των μονοαμινών αυτή καθεαυτή.

Με βάση την υπόθεση αυτή, τα αντικαταθλιπτικά δρουν υπορρυθμίζοντας τους μονοαμινικούς υποδοχείς. Η χρονίως αυξημένη διαθεσιμότητα του νευρομεταβιβαστή που παρατηρείται στην κατάθλιψη και στο χρόνιο στρες, οδηγεί με την πάροδο του χρόνου σε υπορρύθμιση των υποδοχεών (αυξάνεται η «ουδός ενεργοποίησης», δηλαδή ενεργοποιούνται πολύ λιγότερο απ’ ό,τι ενεργοποιούνται φυσιολογικά, με αποτέλεσμα τη δημιουργία καταθλιπτικών συμπτωμάτων).

Το χρονικό διάστημα για να συμβεί αυτό (πολλές ημέρες έως εβδομάδες), συμφωνεί περισσότερο με τον χρόνο έναρξης δράσης του αντικαταθλιπτικού, αλλά και με τον χρόνο που χρειάζεται για να υπάρξει ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες, που εμφανίζουν αρχικά τα φάρμακα αυτά.

3) Μονοαμινική Υπόθεση της δράσης των αντικαταθλιπτικών στην έκφραση των γονιδίων

Οι απώτερες συνέπειες της αύξησης της παραγωγής μονοαμινών, έχουν να κάνουν με την τροποποίηση της έκφρασης γονιδίων, σύμφωνα με την τελευταία και πιο πρόσφατη υπόθεση.

Αυτό σημαίνει πρακτικά, ότι το σήμα από την αλλαγή των υποδοχέων (2), ενεργοποιεί καταρράκτες αντιδράσεων στο εσωτερικό των νευρικών κυττάρων, οι οποίες έχουν σαν τελικό αποτέλεσμα την υπέρ- ή υπό- ρύθμιση ορισμένων γονιδίων και γονιδιακών προϊόντων, για παράδειγμα αυξημένη σύνθεση BDNF (νευροτροφικός παράγοντας του εγκεφάλου που μειώνεται με την κατάθλιψη και το στρες), αυξημένη σύνθεση διαφόρων πρωτεϊνών, κλπ.
Η χρονική πορεία δράσης λοιπόν των αντικαταθλιπτικών, αφορά συμπερασματικά τρεις επιμέρους τομείς: α) τις κλινικές μεταβολές, β) τις μεταβολές των νευροδιαβιβαστών και γ) τις μεταβολές της ευαισθησίας των υποδοχέων. Ενώ η πρώτη μεταβολή εμφανίζεται πολύ σύντομα μετά τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών, όπως προείπαμε, οι δύο τελευταίες χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Όταν αυτός ο χρόνος παρέλθει, τότε μιλάμε για την αρχή του πιο «μόνιμου» αποτελέσματος στον εγκέφαλο, τόσο από την πλευρά των φαρμακολογικών αποτελεσμάτων (βελτίωση της διάθεσης, του ύπνου, μείωση του στρες κλπ), τόσο κι από την πλευρά της υποχώρησης των αρχικών ανεπιθύμητων ενεργειών (κυρίως γαστρενετερικές ενοχλήσεις, ανησυχία, κλπ).

Στο επόμενο μέρος του άρθρου θα εξετάσουμε ξεχωριστά την κάθε μια από αυτές τις ουσίες του εγκεφάλου που αναφέραμε αρχικά (ντοπαμίνη, σεροτονίνη, νοραδρεναλίνη), ακολουθώντας τα μοναδικά μονοπάτια της καθεμίας στον εγκέφαλο κι εξηγώντας πώς η κάθεμιά συμβάλλει στη δημιουργία των καταθλιπτικών συμπτωμάτων.

Πηγές:

Stephen M. Stahl, «Αντικαταθλιπτικά», Βαγιονάκης Ιατρικές Εκδόσεις