Σύνδρομο Στοκχόλμης: Μια «παράδοξη αγάπη»

Κατηγορία: ΨυχοπαθολογίαΔημοσιεύθηκε στις

Υπάρχουν άραγε στιγμές όπου κάποιο θύμα να στηρίζει και να εκδηλώνει αισθήματα  συμπάθειας για τον θύτη του; Συμβαίνει ποτέ για παράδειγμα κάποιοι όμηροι να υπερασπίζονται και να δηλώνουν πως αγαπούν τους απαγωγείς τους; Τον Αύγουστο του 1973 στην Σουηδία συνέβη! Δύο ένοπλοι ληστές εισέβαλαν σε κεντρική τράπεζα της Στοκχόλμης και κράτησαν υπό την ομηρία τους τέσσερις υπαλλήλους για έξι μέρες. Την τελευταία ημέρα οι Αρχές κατάφεραν να δώσουν τέλος σε αυτό το διαφαινόμενο δράμα, ωστόσο παρατηρήθηκε κάτι πολύ περίεργο. Τα θύματα υποστήριζαν τους απαγωγείς, δυσκόλεψαν τον τερματισμό της ομηρίας, ενώ στην συνέχεια μάζεψαν χρήματα για να τους στηρίξουν, αρνήθηκαν να καταθέσουν εναντίον τους στο δικαστήριο και ένα άτομο εκ των θυμάτων ανέπτυξε στενή φιλική σχέση με τον ένα απαγωγέα! Σε όλη αυτή την ιστορία της «παράδοξης αγάπης» συμμετείχε υπό τις ιδιότητές του ως ψυχιάτρου και εγκληματολόγου ο Nils Bejerot, ο οποίος είναι και ο εμπνευστής της έννοιας του «Συνδρόμου της Στοκχόλμης».

Πώς ορίζεται και ποιά είναι τα συμπτώματα του Συνδρόμου;

Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης ορίζεται ως μια σύνθετη ψυχολογική κατάσταση κατά την οποία το θύμα-όμηρος εκφράζει  ενσυναίσθηση, θετικά συναισθήματα, ακόμη και στοιχεία αγάπης προς τον θύτη-απαγωγέα του. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, τα θύματα φτάνουν σε σημεία υπεράσπισης του θύτη έναντι στις Αρχές ή την οικογένειά τους και ταυτίζονται με αυτόν. Στις πιο πρόσφατες αναλύσεις, το σύνδρομο χρησιμοποιείται και για περιπτώσεις που δεν αποτελούν κλασσική απαγωγή ή ομηρία αλλά αφορούν αρρωστημένες και εξαρτητικές σχέσεις. Η βίαιη σχέση ενός ζεύγους ή η σχέση εκδιδομένων ατόμων με τους προαγωγούς τους είναι δύο ενδεικτικές περιπτώσεις. Ουσιαστικά, μέσα από την τραυματική προσκόλληση του θύματος προκειμένου να επιβιώσει, αναπτύσσονται δεσμοί στους οποίους επενδύονται συναισθήματα και θετικές σκέψεις προς τον θύτη και εγκαθιδρύονται σχέσεις εξουσιαστή-εξουσιαζομένου. Εκτός από έναν ξεκάθαρο μηχανισμό άμυνας, η Φροϋδική εξήγηση αποδίδει το σύνδρομο σε αντίσταση του θύματος απέναντι στο τραύμα της ομηρίας και της θυματοποίησης. Αναλυτικότερα, το «Εγώ» υπερασπίζεται τον εαυτό του με την εκδήλωση συμπάθειας προς τον θύτη, καθώς όταν το θύμα πιστεύει στις ίδιες αξίες με τον θύτη του τότε ο θύτης σταδιακά παύει να ορίζεται ως απειλή και τελικά εκτονώνεται το αδιαχείριστα μεγάλο άγχος.

Παρότι το Σύνδρομο της Στοκχόλμης βιώνεται με ξεχωριστό τρόπο από κάθε άτομο, υπάρχουν κάποια κοινά «συμπτώματα», τα οποία αξίζει να παρουσιαστούν. Αρχικά, το θύμα εκφράζει θετικά συναισθήματα για τον θύτη, ιδίως μετά το πέρας της ομηρίας και αντιστοίχως εκφράζει αρνητικά συναισθήματα προς την οικογένειά του και τον κοινωνικό του περίγυρο. Παράλληλα, ο θύτης αισθάνεται θετικά και διάκειται φιλικά προς το θύμα αναπτύσσοντας «αμοιβαία» συμπάθεια. Συχνά, παρατηρείται η δυσκολία στο θύμα να απορρίψει και να καταστρέψει την σχέση που είχε με τον θύτη κατά την ομηρία και όπως έγινε και στην τράπεζα της Στοκχόλμης, τα θύματα βοηθούν τους απαγωγείς τους είτε κατά τη διάρκεια της ομηρίας είτε και μετά. Ακόμη, σύμφωνα με έρευνες, υπάρχουν τέσσερις βασικές καταστάσεις κάτω από τις οποίες εξελίσσεται το σύνδρομο: 

  1. Η αίσθηση του αναπόφευκτου από το θύμα, το οποίο διακρίνει πως δεν υπάρχει εναλλακτική λύση από την σύμπλευση με τα «νερά» του θύτη.
  2. Η αίσθηση ότι ο θύτης εκφράζει ψήγματα καλοσύνης στο θύμα. 
  3. Το αίσθημα υπαρκτής και σοβαρής απειλής με πολύ υψηλό ποσοστό εκτέλεσής της.
  4. Η απομόνωση από τον κόσμο άρα και από κάθε άλλη επαφή και γνώμη.

Τα στάδια ανάπτυξης της σχέσης θύματος - θύτη και οι συνέπειες του Συνδρόμου

Αναφορικά με τον τρόπο που «χτίζεται» αυτή η σχέση και λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναφορά γίνεται μόνο σε συνθήκες ομηρίας, ο χρόνος που χρειάζεται είναι κατά μέσο όρο οι τέσσερις συνεχείς ημέρες απαγωγής. Ωστόσο, εφόσον προκύψει το Σύνδρομο της Στοκχόλμης, αυτό διαρκεί για αρκετό καιρό, ίσως και μήνες μετά την λήξη της ομηρίας. Στην αρχή, το θύμα βιώνει έντονο άγχος και είναι φυσιολογικό, η απαγωγή και η ομηρία είναι καταστάσεις εξαιρετικά τραυματικές και στρεσογόνες. Στην συνέχεια και με «βοηθό» το χρόνο, το άγχος γίνεται πιο διαχειρίσιμο, ενώ παράλληλα μπορεί να υπάρξει και λεκτική επαφή με τον θύτη. Πολλές φορές, οι θύτες επιτρέπουν στα θύματα να πάνε στο μπάνιο ή τους προσφέρουν νερό και φαγητό, με αποτέλεσμα να ερμηνευτεί η κίνηση από τα θύματα με συμπάθεια προς τον θύτη. Έτσι, όσο πιο μακροχρόνια είναι η αιχμαλωσία, τόσο πιο πολύ αναπτύσσεται ο τυπικός δεσμός και ενισχύονται τα θετικά συναισθήματα. Τα θύματα νιώθουν να αντιλαμβάνονται την ανθρώπινη και πονεμένη πλευρά των θυτών τους μέσα από το κοινό μοίρασμα προσωπικών εμπειριών, με αποτέλεσμα πολλές φορές να απενοχοποιούν τον θύτη. Σε αυτό το σημείο, μπορεί να χτιστεί αμοιβαία σχέση κερδίζοντας τα θύματα τον οίκτο του θύτη. Η χαρά και η λύπη, ο φόβος και ο ενθουσιασμός αποτελούν μερικά από τα αντικρουόμενα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ένα θύμα για τον θύτη του, αναπτύσσοντας παράλογη ανησυχία, αίσθημα εκούσιας υποταγής ακόμα και «έρωτα». Έτσι, αυτά τα θετικά συναισθήματα εγκαθιδρύονται και μετά τη λήξη της ομηρίας ενώ παρατηρείται δυσκολία στην απόρριψή τους.

Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθούν και κάποιες συνέπειες που βιώνουν τα θύματα με Σύνδρομο της Στοκχόλμης αφότου λήξει η ομηρία. Σε γενικότερο πλαίσιο, οι ενδείξεις και τα συμπτώματα παρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία με την Διαταραχή του Μετατραυματικού Στρες (Post-Traumatic Stress Disorder), η οποία αποτελεί επίσημη διαταραχή σύμφωνα με τα διαγνωστικά εργαλεία, σε αντίθεση με το Σύνδρομο της Στοκχόλμης. Το βασικό κοινό στοιχείο είναι το εξόχως τραυματικό και αγχώδες συμβάν που πρέπει να υπάρξει για να είναι δυνατή η πιθανή διάγνωση της διαταραχής ή του συνδρόμου. Επιπλέον, τα άτομα με Σύνδρομο της Στοκχόλμης υποφέρουν από αναδρομές στο παρελθόν και έντονες αρνητικές αναμνήσεις, αϋπνία, εφιάλτες και δυσκολία συγκέντρωσης σε ένα εκτελούμενο έργο. Ακόμη, τα θύματα ομηρίας με το σύνδρομο παρουσιάζονται γενικώς καχύποπτα με τον οποιονδήποτε και βρίσκονται σε σύγχυση με εξάρσεις άγχους, κάτι που οδηγεί σε μειωμένη διάθεση και δυσφορία. Άτομα με υψηλό κίνδυνο να βιώσουν το Σύνδρομο της Στοκχόλμης είναι μεταξύ άλλων τα κακοποιημένα παιδιά και οι γυναίκες-θύματα κακοποίησης, αιχμάλωτοι πολέμου, άτομα υπό εγκληματική ομηρία καθώς και άτομα εγκλωβισμένα σε σχέσεις εξουσίας κι εκφοβισμού.

Στοιχεία πρόληψης και αντιμετώπισης του Συνδρόμου

Η πρόληψη σε ατομικό επίπεδο είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία ενώ υπάρχουν και διαφωνίες για την ερμηνεία του συνδρόμου. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αποτελεί παλινδρόμηση σε προγενέστερα στάδια ανάπτυξης ενώ άλλοι μιλούν για συναισθηματική παράλυση και συγκεκριμένα για τον λεγόμενο «παγωμένο τρόμο». Τέλος, συναντάται και η εξήγηση περί ταύτισης με τον επιτιθέμενο. Όσο δύσκολη είναι η κατάρτιση πρόληψης σε ατομικό επίπεδο, τόσο ξεκάθαρη είναι η πρόληψη σε κοινοτικό και συλλογικό επίπεδο. Η εκπαίδευση στη διαχείριση κρίσεων τόσο σε σχολικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο είναι το πιο βασικό στοιχείο πρόληψης. Περισσότεροι, ωστόσο, είναι οι τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου. Επειδή το σύνδρομο διατηρείται και μετά την λήξη της ομηρίας (είτε της εγκληματικής είτε στα πλαίσια κάποιας σχέσης), η αντιμετώπιση χρειάζεται χρόνο. Τα άτομα που βρίσκονται σε αυτή την ιδιάζουσα ψυχολογική κατάσταση, δε θέλουν να νιώθουν πίεση και επιθετικότητα, ιδιαίτερα σχετικά με την αλλαγή γνώμης προς τον θύτη. Επιπρόσθετα, τους κάνει καλό η ησυχία και ο χαμηλός και ήρεμος τόνος φωνής και επειδή αισθάνονται εχθρικά προς την οικογένεια και τους φίλους, η επίδειξη αγάπης και κατανόησης αλλά και η διατήρηση της διαπροσωπικής επαφής στο χρόνο βοηθάει στην αποκατάσταση της συναισθηματικής τους κατεύθυνσης. Τέλος, ο θυμός και η απελπισία του περιγύρου είναι επιβαρυντικοί παράγοντες για τα άτομα με σύνδρομο Στοκχόλμης, επομένως είναι ωφέλιμη η αναζήτηση βοήθειας από ειδικούς και η κατάλληλη πληροφόρηση.

 Αλέξανδρος Μοροχλιάδης, Ψυχολόγος