Τραύμα, Μετατραυματικό Στρες (PTSD) και Υποστηρικτικά Δίκτυα

Κατηγορία: ΨυχοπαθολογίαΔημοσιεύθηκε στις

Το Τραύμα αναφέρεται σε μια κατάσταση όπου το άτομο βιώνει πληθώρα αρνητικών επιδράσεων που προέρχονται από μεγάλης έντασης στρεσογόνα γεγονότα (φυσικές ή προκαλούμενες από τον άνθρωπο καταστροφές, πόλεμος, τροχαία ατυχήματα, μαρτυρίες βίαιων θανάτων καθώς και υποβολή του ίδιου του ατόμου σε βασανιστήρια, τρομοκρατική επίθεση, βιασμό ή άλλο έγκλημα) τα οποία δεν μπορεί να επεξεργαστεί ψυχικά. Η πρώιμη έκθεση του παιδιού σε τέτοιου είδους τραυματικές συνθήκες δημιουργεί ιδιαίτερα επιβαρυμένες καταστάσεις οι οποίες αν δεν εκτιμηθούν σωστά μπορεί να επηρεάσουν το παιδί κατά την ενήλικη ζωή του.

Οι άμεσες συναισθηματικές επιπτώσεις του τραύματος μπορεί να είναι:

  • Απομόνωση του παιδιού
  • Φόβος
  • Αίσθηση αδυναμίας ελέγχου
  • Απώλεια του αισθήματος εμπιστοσύνης
  • Διαταραχές διάθεσης με κυρίαρχα αυτά της κατάθλιψης και της απόσυρσης
  • Αρνητικές επιπτώσεις στη γνωστική ικανότητα και την γλωσσική ανάπτυξη
  • Προβλήματα στη δημιουργία ασφαλούς δεσμού
  • Διαταραχές προσωπικότητας
  • Αγχώδεις διαταραχές
  • Διαταραχή μετατραυματικού στρες

Τί είναι το Μετατραυματικό Στρες;

Το Μετατραυματικό στρες είναι μια ψυχολογική κατάσταση που μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε άτομο το οποίο είχε άμεση εμπειρία ή ήταν μάρτυρας σε καταστάσεις που είτε απείλησαν τη δική του ζωή ή εκείνη κάποιου άλλου είτε το τραυμάτισαν ψυχολογικά. Συνήθως, η διαταραχή αυτή συνδέεται με καταστάσεις όπως ο πόλεμος και οι φυσικές καταστροφές.

Αξίζει να αναφερθεί πως ευρήματα μελέτης που πραγματοποιήθηκε στον πληθυσμό της Αρχαίας Ολυμπίας μετά τις φωτιές του 2017 έδειξαν πως στην εν λόγω περιοχή υπήρχαν υψηλότερα επίπεδα μετατραυματικού στρες και μια τάση για εξωστρεφή εχθρότητα η οποία διαπιστώθηκε στους συμμετέχοντες που είχαν εμπειρία πυρκαγιάς.

Στην συγκεκριμένη ομάδα δεν ανιχνεύθηκαν υψηλότερα επίπεδα στις διαστάσεις ψυχοπαθολογίας με εξαίρεση την υποκλίμακα της κατάθλιψης. Όσον αφορά στους κοινωνικό-δημογραφικούς παράγοντες παρατηρήθηκε συσχέτιση της ηλικίας και του φύλου με το Μετατραυματικό στρες, την ψυχοπαθολογία και την εχθρότητα, με την ηλικιακή ομάδα 40-59 ετών καθώς και το γυναικείο φύλο να αποτελούν την ευάλωτη κοινωνική ομάδα.

Η έρευνα ουσιαστικά κατέδειξε την πολυδιάστατη επίδραση των φυσικών καταστροφών στην ψυχολογία της πληγείσας ομάδας πληθυσμού. Ωστόσο, οι παράγοντες κινδύνου που μεσολαβούν στην ανάπτυξη του μετατραυματικού στρες και των συναφών διαταραχών αποτελούν και θα αποτελούν πάντα αντικείμενο ευρύτερων διαχρονικών μελετών.

Όσον αφορά στην πλαισίωση των ατόμων που βιώνουν το Μετατραυματικό γεγονός, μείζονος σημασίας αποτελούν τα Υποστηρικτικά δίκτυα, τα οποία είναι πολύ σημαντικά σε καταστάσεις κρίσης.

Ενδεικτικά κάποια από αυτά είναι: Οικογενειακό, φιλικό και συγγενικό περιβάλλον, επαφή και διασύνδεση με άτομα που έχουν βιώσει και εκείνα αντίστοιχα το τραυματικό γεγονός, φορείς, κοινωνικές υπηρεσίες δήμων και μη κυβερνητικές οργανώσεις καθώς και ειδικοί Ψυχικής υγείας που παρέχουν ψυχολογική και συμβουλευτική υποστήριξη.

Συμπερασματικά

Καθίσταται σαφές από τα παραπάνω ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη ως προς την κοινωνικοψυχολογική καταγραφή του προφίλ των ατόμων που έχουν βιώσει έστω και μία φορά στην ζωή τους ένα τραυματικό γεγονός, ειδικότερα αν πρόκειται για πληγέντες από κάποια φυσική καταστροφή. Αυτό θα μπορέσει να επιτευχθεί μέσα από ένα πλαίσιο προαγωγής και πρόληψης της υγείας με στόχο την έγκαιρη αναγνώριση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των ατόμων που έχουν βιώσει ψυχοτραυματικά γεγονότα. Παράλληλα, η πρόληψη, η παροχή συμβουλευτικής και ψυχολογικής υποστήριξης καθώς και η αξιολόγηση των πόρων και των δικτύων υποστήριξης είναι βασικοί πυλώνες για την κατανόηση και την άμεση αντιμετώπιση της τραυματικής και μετατραυματικής περιόδου.

Πηγές:

  • Διεπιστημονική Φροντίδα Υγείας, (2013), Τόμος 5, Τεύχος 3, 109-119.
  • Ψυχιατρική, 23, (Παράρτημα), 39-48, 2012.
  • Stein D. J., The psychobiology of resilience. CNS spectrums. 2009 Jan; 14 (S3): 417.
  • Proulx G., A stress model for people facing a fire, Journal of Environmental Psychology, 1993 Jun 1;13 (2): 137-47.